Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ

 

Πριν πολλά χρόνια, μια οικογένεια ζούσε σ' ένα μικρό νησί. Φρόντιζαν το φάρο του νη­σιού, γι' αυτό κι οι περισσότεροι άνθρωποι τους φώναζαν «η οικο­γένεια του φάρου». Ήταν καλοί και συμπαθητικοί, μα πάνω απ' ό­λα αγαπούσαν κι υπηρετούσαν τον Θεό.

Μεγάλα γκρίζα σύννεφα τα­ξίδευαν κείνη τη μέρα στον ουρανό. Δυνατός άνεμος φυσούσε και τα κύματα στη θά­λασσα γίνονταν ολοένα πιο ά­γρια και ψηλά.

Η Όλγα, ο Τίμος και ο Δα­βίδ, παρακολουθούσαν την καταιγίδα που ερχόταν. Ήταν ασφαλείς και άνετα μέσα στο ζεστό τους σπίτι στο φάρο.

Ετοιμάζεται φοβερή κα­ταιγίδα, είπε ο Δαβίδ. Σε μια δυο ώρες η θάλασσα θα είναι πολύ αγριεμένη. Χαίρομαι που είμαστε ασφαλείς στο σπίτι.

Η Όλγα και ο Τίμος συμφώ­νησαν μαζί του. Τα τρία παιδιά ήταν πολύ απορροφημένα κοιτάζοντας την αγριεμένη θά­λασσα να χτυπά μ' ορμή στα βράχια. Ήταν ένα συναρπα­στικό θέαμα.

Ξαφνικά, η Όλγα φώναξε:

Δαβίδ, Δαβίδ, έλα να δεις! Το αγόρι έτρεξε στο παρά­θυρο που ήταν η αδελφή του.

— Κοίτα, είπε εκείνη. Εκεί κάτω! Βλέπεις κάτι που μοιάζει με ψαρό­βαρκα;

Ο Δαβίδ προσπάθησε να διακρίνει το σημείο που του έδειχνε η Όλγα.

— Έχεις δίκιο Όλγα, είναι ψαρο­κάικο. Μα πώς ξεκίνησε με τέτοιο καιρό! Κινδυνεύει! Τίμο, είπε γυρίζο­ντας προς τον αδελφό του, τρέξε γρήγορα να φωνάξεις τον πατέρα. Εκείνος ξέρει τι πρέπει να κάνουμε.

Σε λίγο το αγόρι γύρισε πίσω μαζί με τον πατέρα, που κρατούσε ένα ζευγάρι κιάλια.

— Νομίζω πως αυτά θα μας βοηθή­σουν να ανακαλύψουμε τι γίνεται ε­κεί κάτω, είπε ο πατέρας.

— Φαίνεται πως ο άνθρωπος του καϊκιού έχει κάποιο πρόβλημα, είπε η Όλγα.

Ο πατέρας παρακολουθούσε με τα κιάλια αρκετή ώρα.

— Ναι, βέβαια, είπε. Ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται σε κίνδυνο. Είτε η λαγουδέρα* του τιμονιού έχει σπά­σει ή κάποια άλλη δυσκολία έχει που δεν τη διακρίνω και δεν μπορεί να κουμαντάρει το τιμόνι του. Φαίνεται πως δεν μπορεί να τα καταφέρει μό­νος του. Σε λίγο θα ‘ναι πια αργά, γιατί η θάλασσα θα έχει αγριέψει και κάθε προσέγγιση θα ‘ναι αδύνατη.

Τα παιδιά του φάρου κοίταξαν τον πατέρα τους. Ήξεραν ποια θα είναι η επόμενη λέξη του.

— Πρέπει να πάω να τον βοηθήσω, είπε.

Ο Δαβίδ έτρεξε πίσω από τον πα­τέρα του.

— Σε παρακαλώ, πάρε με μαζί σου, πατέρα. Είμαι δυνατός και μπορώ να φανώ χρήσιμος.

Ο πατέρας κοίταξε τον δεκατριάχρονο γιο του. Κατάλαβε πόσο πολύ ήθελε να πάει μαζί του και να τον βοηθήσει.

— Εντάξει λοιπόν. Μπορείς να έρ­θεις μαζί μου, μα πρέπει να βιαστείς. Δε μας μένει πολλή ώρα πριν αρχί­σει η καταιγίδα και θα είναι πολύ δύ­σκολο να βγούμε έξω. Εσείς, οι υπό­λοιποι, προσευχηθείτε για μας. Θα ‘ναι η μεγαλύτερη βοήθεια που μπο­ρείτε να μας προσφέρετε.

Η Όλγα, ο Τίμος κι η μητέρα παρα­κολουθούσαν από το παράθυρο τον πατέρα και τον Δαβίδ. Τους κοιτού­σαν την ώρα που ετοίμαζαν τη βάρ­κα για να ταξιδέψει πάνω στα τερά­στια κύματα. Πατέρας και γιος έκα­ναν μεγάλες μανούβρες και δέχονταν πολλά χτυπήματα από την αγριεμένη θάλασσα, μα συνέχιζαν. Κοιτάζοντας οι άλλοι από το φάρο με τα κιάλια το ψαροκάικο, κάθε τόσο αναφωνού­σαν.

— Κοιτάξτε, φώναξε σε μια στιγμή η Όλγα. Κοντεύουν να το φτάσουν. Αχ, μακάρι να ήμουν εκεί να τους βο­ηθούσα!

— Όλγα μου, είπε η μητέρα. Ξέχα­σες τι είπε ο πατέρας πριν φύγει; Μπορούμε να τους βοηθήσουμε με την προσευχή μας και να είμαστε σί­γουροι πως ο Θεός είναι κοντά τους.

Έτσι η μητέρα και τα δυο παιδιά γονάτισαν και προσευχήθηκαν στον Θεό να προστατέψει τους δυο άντρες και το παιδί μέσα στη φοβερή καται­γίδα.

— Χαίρομαι που κι εμείς μπορούμε να κάνουμε κάτι, είπε η Όλγα. Και ξέρω καλά, ότι ο Θεός θα βοηθήσει.

Τους βλέπω, τους βλέπω, φώνα­ξε ο Τίμος. Διόρθωσαν τη λαγουδέ­ρα και τώρα δένουν το ψαροκάικο πίσω από τη βάρκα μας. Ευτυχώς, που έχουμε πενηντάρα μηχανή και θα μπορέσει να το τραβήξει.

Ω! ευτυχώς, είπε η μητέρα. Όσο περνά η ώρα, η θάλασσα αγριεύει πε­ρισσότερο και φουσκώνει. Πρέπει να προσευχόμαστε συνέχεια για να μην έχουν προβλήματα στην επιστροφή.

Να, τώρα γυρίζουν, είπε η Όλγα. Κοιτάξτε πώς ο αέρας σπρώχνει δε­ξιά κι αριστερά το ψαροκάικο, λες και θέλει να το αναποδογυρίσει. Χαί­ρομαι που ο Θεός τους προστατεύει.

Εκείνη τη στιγμή ένα μεγάλο κύμα έπεσε με δύναμη πάνω στο ψαρο­κάικο. Τους κόπηκε η α­νάσα, ακούγοντας τον αέ­ρα να σφυρίζει και να χτυ­πάει αλύπητα τα πλευρά του.

Ω! επιτέλους πλη­σιάζουν. Λίγο ακόμα κι έ­φθασαν, είπε η Όλγα, και σε λίγα λεπτά ξαναφώ­ναξε :

Τα κατάφεραν! Έφθασαν! Τώρα δένουν τις βάρκες στο μώλο.

Δόξα στον Θεό. Ο Πατέρας ο Ουράνιος προστατεύει πάντα τα δικά Του παιδιά, είπε μ' ανακούφιση η μη­τέρα.

Ναι, είμαι τόσο χαρούμενη που Τον έχουμε φίλο, συμφώνησε μαζί της η Όλγα.

Η καταιγίδα γινόταν ολοένα χειρό­τερη και δυνατότερη. Ο άνεμος φυ­σούσε άγρια γύρω από το φάρο. Τα κύματα ψήλωναν συνέχεια και χτυ­πούσαν στο μικρό νησάκι με πάταγο. Όμως η οικογένεια του φάρου ήταν ασφαλής πια στο σπίτι τους μαζί με τον καπετάνιο του ψαροκάικου.

Σας ευχαριστώ πολύ, που σώσα­τε τη ζωή μου και το καΐκι μου, έλε­γε τώρα ο άντρας. Είστε πολύ γενναί­οι και πιστεύω πως είμαστε τυχεροί που γυρίσαμε πίσω με τέτοια μπουκαδούρα.

Όχι βέβαια καπετάνιε, δεν ήσασταν καθόλου τυχερός, πετάχτηκε η Όλγα.

Ο άντρας την κοίταξε σαστισμένος.

Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, παιδί μου, είπε.

Η μητέρα, ο Τίμος κι εγώ προ­σευχόμασταν για σας όλη την ώρα και ο Θεός σας προστάτεψε.

Ο καπετάνιος γύρισε απ' την άλλη μεριά το κεφάλι του κι είπε σκληρά.

Δεν πιστεύω στον Θεό. Δεν υ­πάρχει κανένα τέτοιο πρόσωπο κι αν υπάρχει θα ναι κακός.

Η Όλγα δεν μπορούσε να πιστέψει στ' αυτιά της. Ποτέ δεν είχε ξανακού­σει τέτοια λόγια. Πριν προλάβει να πει κάτι, ο πατέρας διέκοψε λέγοντας.

Πριν αρχίσουμε τη συζήτηση έ­χουμε να κάνουμε κάτι πολύ σοβαρό. Πρέπει ν' ανάψουμε το φάρο.

Ο καπετάνιος προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει. Έτσι ο πατέρας, ο Δαβίδ κι ο καπετάνιος ανέβηκαν τη στενή στριφτή σκάλα κι έφτασαν στο δω­μάτιο του φάρου. Ο πατέρας κι ο καπετάνιος καθάρισαν τα τζάμια του με­γάλου ημικυκλικού παράθυρου κα­θώς και τα τζάμια της λάμπας που θ' άναβαν. Στο μεταξύ ο Δαβίδ πήγε να φέρει πετρέλαιο για να γεμίσουν τη λάμπα.

Σε λίγο το αγόρι γύρισε πίσω χωρίς το πετρέλαιο.

Πατέρα, η θάλασσα μας έσπασε το τελευταίο βαρέλι κι όλο το πετρέ­λαιο χύθηκε. Δεν έχουμε άλλο.

Ο πατέρας κοίταξε τον Δαβίδ.

Είσαι σίγουρος, παιδί μου; Δεν φτάνει ούτε γι' απόψε;

Όχι, πατέρα. Μα είμαι σίγουρος και για κάτι άλλο. Ο Θεός θα μας βοηθήσει με κάποιο τρόπο. Πάντα το κάνει, είπε το αγόρι.

Στα λόγια αυτά, ο καπετάνιος γύρι­σε και κοίταξε τον Δαβίδ.

Πιστεύετε στ' αλήθεια με τέτοιο τρόπο στον Θεό; είπε. Ακόμα κι όταν βρίσκεστε σε δυσκολία Τον εμπιστεύ­εστε;

Σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε.

Λοιπόν θα το έχετε το πετρέλαι­ο που χρειάζεστε. Ίσως να σας το δίνει ο Θεός σας, δεν ξέρω. Τέλος πάντων πάμε στο καΐκι μου να το πά­ρουμε. Έχω πάντα ένα τενεκέ πετρέ­λαιο παραπάνω, για κάθε ενδεχόμενο.

Οι δυο άντρες και τ' αγόρι κατέ­βηκαν τη σκάλα του φάρου, φόρε­σαν τ' αδιάβροχα τους και βγήκαν έξω στο κρύο και την βροχή. Ο μώλος καμιά άλλη φορά δεν είχε φανεί τόσο μακριά στον Δαβίδ. Τελικά έ­φθασαν κι ο καπετάνιος ανέβηκε γρή­γορα στο ψαροκάικο του μαζί με τους άλλους.

Ήσαν έτοιμοι να φύγουν, παίρνο­ντας μαζί τους τον τενεκέ με το πε­τρέλαιο, όταν ο Δαβίδ κοίταξε μέσα στην καμπίνα του καπετάνιου και πά­νω σ' ένα ράφι είδε ένα παλιό δερ­ματόδετο βιβλίο.

Καπετάνιε, είναι η Αγία Γραφή αυτή; ρώτησε.

Ο άντρας δεν μίλησε για λίγο, έπει­τα ψιθύρισε.

Ναι, παρ’ την μαζί σου. Θα σου πω γι’ αυτή στο σπίτι.

Έπειτα από ώρα, όλα ήσαν έτοιμα. Ο φάρος έριχνε το δυνατό του φως πολύ μακριά. Έτσι «η οικογένεια του Φάρου» κι ο καπετάνιος κάθισαν να συζητήσουν.

Μίλησε μας για σένα καπετάνιε, είπε ο πατέρας.

Ο άντρας πήρε στα χέρια του την παλιά Βίβλο και τους την έδειξε.

Ο κόσμος με φωνάζει «ο καπε­τάνιος», είπε. Έχω ταξιδέψει πάρα πολλά χρόνια στη θάλασσα, κυρίως από τότε που η γυναίκα μου και τα παιδιά μου πνίγηκαν σε μια μπόρα όπως ήταν η σημερινή.

Και η Βίβλος; Γιατί την έχετε μαζί σας; ρώτησε μ' ενδιαφέρον ο Δαβίδ.

Η Βίβλος! Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου διάβαζαν αυτή τη Βίβλο κάθε μέρα. Όταν τους έχασα, στρά­φηκα ενάντια στον Θεό. Πίστευα ότι είναι κακός, γιατί τους άφησε να πνιγούν. Έτσι προσπαθούσα να φύγω μακριά Του, γι' αυτό και βρίσκομαι συνέχεια μέσα στη θάλασσα.

— Μα τότε, γιατί πήρατε την Αγία Γραφή μαζί σας; ρώτησε η Όλγα.

— Επειδή το βιβλίο αυτό, το αγα­πούσαν και τους άρεσε πιο πολύ από κάθε τι άλλο, είπε σιγανά ο άντρας.

— Θέλετε λοιπόν, να σας διαβάσω κάτι απ' αυτό; ξαναρώτησε η Όλγα.

Ο καπετάνιος κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Η Όλγα τότε, του διάβασε την ιστο­ρία του Ιωνά. Πώς ο Ιωνάς έφυγε από το θέλημα του Θεού, απομακρυνόμενος μ' ένα πλοίο. Πώς ο Θεός τον σταμάτησε με μια φοβερή φουρτούνα και τέλος πώς ο Ιωνάς ζήτησε συγ­νώμη για την παρακοή του στον Θεό και εμπιστεύθηκε σ' Αυτόν με αγάπη.

Ο καπετάνιος κοίταξε την Όλγα.

— Ποτέ δεν ήξερα ότι αυτή η ιστο­ρία ήταν στην Βίβλο. Αυτή η ιστορία είναι η δική μου. Κι αν αυτός ο άν­θρωπος, ο Ιωνάς, έδωσε τον εαυτό του στον Θεό κι έγινε ευτυχισμένος, το ίδιο, πιστεύω, μπορεί να γίνει και με μένα.

Έτσι λοιπόν, ενώ έξω φυσούσε α­κόμη δυνατός βοριάς, μέσα στο σπί­τι του φάρου υπήρχε μια χαρούμενη συντροφιά που μελετούσε από το ζωντανό Λόγο του Θεού, για τη θυ­σία του Ιησού Χριστού κι ευχαριστού­σε τον Κύριο, γιατί ο καπετάνιος έ­δωσε την καρδιά του κι ολόκληρο τον εαυτό του στον Ιησού και τον έκανε Σωτήρα του.

Η φουρτούνα λοιπόν κράτησε και κράτησε. Ο καπετάνιος είχε γίνει κι αυτός ένα μέλος της «οικογένειας του φάρου». Κάθε πρωί μετά το πρό­γευμα διάβαζαν από την παλιά Βίβλο του καπετάνιου. Έπειτα συζητούσαν αυτά που διάβαζαν κι ευχαριστούσαν τον Θεό για τα δώρα Του. Κάποιο πρωί ο καπετάνιος είπε:

— Είστε όλοι πολύ καλοί μαζί μου, μα έφτασε η ώρα να φύγω. Πρέπει ν' αρχίσω πάλι το ψάρεμα.

 

— Ω, μη φύγετε ακόμη, είπε η μη­τέρα. Σήμερα είναι Κυριακή, η μέρα του Κυρίου. Καθίστε να Τον λατρεύ­σουμε μαζί, κι ύστερα να μοιραστείτε μαζί μας το αποχαιρετιστήριο μεσημεριάτικο τραπέζι μας, που θα το κά­νουμε ιδιαίτερα γιορτινό.

Ο καπετάνιος ήταν συγκινημένος.

Σας ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξατε. Μου θυμίζετε τόσο πολύ την οικογένεια μου! Θα μείνω μαζί σας μέχρι τ' απόγευμα, έπειτα όμως πρέπει να φύγω.

Το γιορτινό τραπέζι ήταν πλούσιο. Είχαν ψάρι στο φούρνο με πατάτες, μήλα για φρούτο και γλυκό που είχε φτιάξει η Όλγα. Έπειτα από το φαγητό η Όλγα βοήθησε τη μητέ­ρα της να πλύνει τα πιάτα, ενώ τα δυο αγόρια τα σκούπιζαν και τα έβα­ζαν στη θέση τους. Ο πατέρας κι ο καπετάνιος κάθονταν μπροστά στο τζάκι κι έλεγαν ιστορίες για τη θά­λασσα. Όταν τελείωσαν, ο καπετά­νιος σηκώθηκε λέγοντας:

Τώρα πρέπει να φύγω. Όμως θα ήθελα να 'ρχόσασταν όλοι κάτω, στο καΐκι μου.

Τα παιδιά δέχτηκαν με χαρά την πρόταση του καπετάνιου. Εκείνος, όταν έφτασαν, τους έδειξε τη σπα­σμένη λαγουδέρα, που πρόχειρα εί­χαν επισκευάσει μέσα στη φουρτού­να, τη μικρή του καμπίνα που ταν τόσο τακτοποιημένη όσο το κρεβάτι ενός ψαρά μπορεί να ναι και πίσω στη γωνιά, μια όμορφη «τηνιακή» κα­σέλα.

Ω, τι όμορφη! Τι όμορφη! φώνα­ξε με θαυμασμό η Όλγα, μόλις την είδε.

Πρέπει να 'ναι πολύ παλιά, πρόσθεσε ο Δαβίδ.

Ναι, είναι πράγματι πολύ παλιά, είπε ο καπετάνιος κι έχει μέσα μερι­κά από τα πράγματα που τα παιδιά μου αγαπούσαν πολύ.

Τα μάτια του άντρα ήσαν βουρκω­μένα, καθώς άνοιγε την κασέλα.

Είστε οι μόνοι που με φρόντισαν και με βοήθησαν από τότε που έχα­σα την οικογένεια μου, πρόσθεσε με φωνή που γινόταν όλο και λιγότερο σταθερή. Θα ήθελα λοιπόν να σας δώ­σω κάτι, παιδιά, για να με θυμάστε. Κάτι που να εκφράζει το «ευχαριστώ μου» για ό,τι κάνατε για μένα.

Ο καπετάνιος έβγαλε ένα μικρό χάρτινο κουτί από την κασέλα.

Όλγα, αυτό είναι δικό σου, είπε. Η μικρή μου κόρη έπαιζε συχνά μ' αυτό.

Σας ευχαριστώ πολύ, είπε δειλά η Όλγα και το άνοιξε. Ήταν ένα σερ­βίτσιο τσαγιού...για την κούκλα της.

Ω! ευχαριστώ πολύ καπετάνιε, ξανάπε. Είναι πολύ όμορφο.

Τιμόθεε, αυτό είναι για σένα, συ­νέχισε το μοίρασμα ο καπετάνιος, βγάζοντας τώρα από την κασέλα ένα μεγάλο ξύλινο στρατιώτη.

Ο μικρός Τιμόθεος δέχθηκε το δώ­ρο του χοροπηδώντας απ' τη χαρά του.

Τι ωραίος στρατιώτης! φώναξε. Κι είναι δικός μου! Θα παίζουμε ό­μορφα οι δυο μας. Ευχαριστώ!

Ο καπετάνιος χαμογέλασε και στρά­φηκε στον Δαβίδ.

Δαβίδ, είπε. Βοήθησες τόσο στη σωτηρία τη δική μου και του καϊκιού μου. Θέλω να σ' ευχαριστήσω ιδιαί­τερα, χαρίζοντας σου το πιο αγαπη­μένο παιγνίδι του μικρού μου γιου.

Και λέγοντας αυτά, πήρε από την παλιά κασέλα ένα πανέμορφο σκαλι­στό ξύλινο πλοίο. Είχε αληθινά μικρά πανιά και κατάρτια από χοντρή κλω­στή.

Το αγόρι κοίταξε το πλοίο με θαυ­μασμό.

Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο ό­μορφο πλοίο, είπε ψιθυριστά. Θα το κρατήσω για πάντα, σας ευχαριστώ πάρα πολύ, καπετάνιε. Δεν θα σας ξεχάσω ποτέ.

Μας προσφέρατε τόσα πολλά καπετάνιε, είπε η μητέρα. Εμείς τι να σας δώσουμε;

Ο άντρας χαμογέλασε.

Μου κάνατε το ωραιότερο δώρο που υπάρχει πάνω στη γη, είπε. Μου δείξατε το δρόμο που οδηγεί στον Θεό, τον Ιησού Χριστό. Τα μικρά μου δωράκια ήταν μόνο για να σας πω ένα απλό «ευχαριστώ».

 

* λαγουδέρα: το οριζόντιο ξύλο, με τη βοήθεια του οποίου κουνάμε δεξιά - αριστερά το τιμόνι.